- φρῡγανικός
- φρῡγανικός, von kurzem, dürrem Holze, Reisig, dazu gehörig
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
φρυγανικός — ή, όν, Α [φρύγανον] φρυγανώδης … Dictionary of Greek
φρυγανικά — φρυγανικός neut nom/voc/acc pl φρυγανικά̱ , φρυγανικός fem nom/voc/acc dual φρυγανικά̱ , φρυγανικός fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυγανικῶν — φρυγανικός fem gen pl φρυγανικός masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυγανικόν — φρυγανικός masc acc sg φρυγανικός neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυγανικώτατα — φρυγανικός adverbial superl φρυγανικός neut nom/voc/acc superl pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυγανικοῖς — φρυγανικός masc/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυγανικῆς — φρυγανικός fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
φρυγανικήν — φρυγανικός fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ԽՌՈՒԱԿԱՆ — (ի, աց.) NBH 1 0987 Chronological Sequence: 8c ա. φρυγανικός quod pertinet ad sarmentum, sarcularis. Որ ինչ ունի զյատկութիւն կամ զնմանութիւն խռուոյ. *Որ ինչ ʼի խռուական բուսոց յետոյ եղեւ. Նիւս. կազմ … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)